Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Τα ορυκτά καύσιμα είναι καύσιμα προερχόμενα από φυσικές πηγές όπως αναερόβια αποσύνθεση νεκρών θαμμένων οργανισμών. Η ηλικία των νεκρών οργανισμών που με την εναπόθεσή τους σχηματίζουν τα ορυκτά καύσιμα κυμαίνεται από μερικά εκατομμύρια μέχρι 650 εκατομμύρια χρόνια.[1] Στα ορυκτά καύσιμα ανήκουν το κάρβουνο, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.

Τα υλικά των ορυκτών καυσίμων μπορεί να είναι ελαφρά αέρια όπως το μεθάνιο ή σκληρά στερεά σώματα όπως ο ανθρακίτης. Αυτά σχηματίζονται από αποθέσεις νεκρών θαλάσσιων οργανισμών, ζώων ή φυτών της ξηράς[2] τα οποία εκτίθενται σε υψηλές θερμοκρασίες και πιέσεις στο εσωτερικό της γης για εκατομμύρια χρόνια.[3] Την διαδικασία αυτή περιγράφει η βιογεννητική θεωρία που πρωτοδιατυπώθηκε από τον Ζεόρζ Ακρικόλα το 1556 και αργότερα από τον Μικαΐλ Λομονόσοφ τον 18ο αιώνα.

Δυτική Ελλάδα: Πριν από μερικά χρόνια, στη Δυτική Eλλάδα (Hλεία, Hπειρο, Eπτάνησα) διενεργήθηκαν έρευνες από δύο ξένες κοινοπραξίες, την αγγλική «Enterprise» και την αμερικανική «Triton», στο πλαίσιο του πρώτου διεθνούς γύρου παραχωρήσεων που είχε οργανώσει η ΔEΠ-EKY για λογαριασμό του υπουργείου Aνάπτυξης στο πλαίσιο του N. 2289/95. Tα στοιχεία που προέκυψαν από τις εν λόγω έρευνες στις περιοχές πέριξ των Iωαννίνων (Zαγόρια), της Hγουμενίτσας (Πρέβεζα), στην Aιτωλοακαρνανία (Aιτωλικό, Aστακός, Nεοχώρι) και στη BΔ Πελοπόννησο κρίνονται ως ιδιαίτερα ικανοποιητικά, και μπορούν να οδηγήσουν στην ανακάλυψη μεγάλων κοιτασμάτων. Oι ξένες εταιρείες στο διάστημα 1997-2001 πραγματοποίησαν έρευνες σε χερσαίες περιοχές 10.000 τετρ. χλμ. συνολικά και έξι ερευνητικές γεωτρήσεις επενδύοντας γύρω στα 60 εκατ. δολάρια. Σύμφωνα με γεωλόγους, γνώστες της ευρύτερης περιοχής στη Δυτική Eλλάδα, το θέμα γεωλογικών και γεωφυσικών ερευνών δεν έχει κλείσει, αφού η γεωλογική δομή της περιοχής είναι συνέχεια αυτής της Nότιας Iταλίας και της Aλβανίας, όπου έχουν ανακαλυφθεί σημαντικά πετρελαϊκά κοιτάσματα. Eκτιμάται ότι τουλάχιστον 2 δισ. βαρέλια πετρελαίου μπορεί να είναι «παγιδευμένα» στην περιοχή.
Κατάκολο: Ενα ακόμη σημαντικό πετρελαϊκό κοίτασμα βρίσκεται στον Nομό Hλείας, μέσα στη θαλάσσια περιοχή του Kυπαρισσιακού Kόλπου. Tο κοίτασμα αυτό αρχικά ερευνήθηκε από την πάλαι ποτέ ΔEΠ μεταξύ 1978-82. Mάλιστα, τον Iούνιο του 1982 ανακαλύφθηκε πετρέλαιο σε περιορισμένες ποσότητες. Oι πρώτες εκτιμήσεις έκαναν λόγο για 12-14 εκατ. βαρέλια βεβαιωμένα αποθέματα με δυνατότητα ανάκτησης ενός 20%. Nέες εκτιμήσεις ομιλούν περί βεβαιωμένων αποθεμάτων της τάξης των 40 -50 εκατ. βαρελιών. Yπό την προϋπόθεση ότι θα διενεργηθούν νέες ερευνητικές γεωτρήσεις, ιδίως στο Nότιο Kατάκολο, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε νέες εκτιμήσεις για συνολικά απολήψιμες ποσότητες των 15-20 εκατ. βαρελιών.

Σχηματισμός πετρελαίου

Το πετρέλαιο (πέτρας έλαιον στα αρχαία) είναι στην ουσία υγροποιημένος λιθάνθρακας γι’ αυτό και είναι καύσιμο.

Κατά 99% σχηματίστηκε από θαμμένα στα βαθύτερα στρώματα της Γης αρχαία δάση, όπου η άσκηση τρομερών πιέσεων μετασχημάτισε τα δέντρα και τα φυτά σε λιθάνθρακα υγροποιημένο.

Θάσος H περιοχή αξιοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό την περίοδο 1981-1997 από την Kοινοπραξία Πετρελαίου Bόρειου Aιγαίου (NAPC), η οποία τη δεκαετία του 80 είχε φθάσει να παράγει κατά μέσο όρο 25.000-30.000 βαρέλια αργού την ημέρα από τη γεώτρηση του Πρίνου, ποσού που αναλογούσε τότε με την κάλυψη περίπου 10% των εγχώριων πετρελαϊκών αναγκών. Tο 1998/99 η NAPC αναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την Eλλάδα για διαφόρους λόγους.

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Τα μεγαλύτερα κοιτάσματα του κόσμου βρίσκονται στη Μέση Ανατολή, όπου τη μεγαλύτερη παραγωγή έχουν η Σαουδική Αραβία (450 εκατομ. τόνους το χρόνο), το Ιράκ (165 εκ.τ.), το Κουβέιτ (140 εκ.τ.) και το Ιράν (125 εκ.τ.). Πρώτες στην παγκόσμια παραγωγή είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, με 480 εκατ. τόνους, ενώ πριν τη διάλυσή της ήταν η ΕΣΣΔ με 575 εκατ. τόνους. Στις ΗΠΑ τα σπουδαιότερα κοιτάσματα βρίσκονται στην Πενσιλβανία, στο Τέξας, στην Καλιφόρνια και στη Λουιζιάνα. Στην πρώην ΕΣΣΔ γνωστές είναι οι πετρελαιοφόρες λεκάνες της Κασπίας (Μπακού), του Βόλγα - Ουράλη, οι ακτές του Βόριου Παγωμένου ωκεανού, οι έρημοι της Κεντρ. Ασίας και η μεγαλύτερη στον κόσμο δυτικοσιβηρική λεκάνη πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η δημιουργία του πραγματοποιήθηκε πριν εκατομμύρια χρόνια στους πυθμένες των θαλασσών από μεγάλες ποσότητες μικροοργανισμών-απουσία αέρα- και υπό την επίδραση βακτηριδίων. Σε διάστημα εκατομμυρίων ετών το υλικό αυτό βυθίστηκε και καταπλακώθηκε από μεγάλα στρώματα γης. Το αέριο που παρήχθη κατ’ αυτόν τον τρόπο και ύστερα από διάφορες στρωματικές διαμορφώσεις, εμφανίζεται με τη μορφή που το βρίσκουμε σήμερα.
Στις κοιλότητες του υπεδάφους όπου βρίσκεται, υπάρχει συνήθως και αργό πετρέλαιο. Επίσης η διεργασία σχηματισμού φυσικού αερίου που περιγράφτηκε παραπάνω είναι ανάλογη με αυτή του αργού πετρελαίου.



Το φυσικό αέριο αποτελείται από μείγμα αερίων, κυρίως ελαφρών υδρογονανθράκων αλλά και κάποιων άλλων σε μικρά έως ελάχιστα ποσοστά. Το κυριότερο συστατικό των ελαφρών υδρογονανθράκων είναι το μεθάνιο(CH4) ενώ συνυπάρχουν και οι ολίγων βαρύτεροι υδρογονάνθρακες όπως π.χ. αιθάνιο (C2H4), το προπάνιο (C3H8), το βουτάνιο (C4H10), κ.λπ. ενώ από τα υπόλοιπα αέρια τα κυριότερα είναι το άζωτο (N2), το διοξείδιο του άνθρακα (CO2), το ήλιο (He), το υδρόθειο (H2S), το οξυγόνο (O2), και το αργό(Ar) αλλά σε ελάχιστα ποσοστά όπως προαναφέρθηκε.
Το πετρέλαιο δημιουργήθηκε με την αποσύνθεση θαλάσσιων, κυρίως, ζώων και φυτών, που θάφτηκαν κάτω από διαδοχικές στιβάδες λάσπης, πριν από 400 - 500 εκατομμύρια χρόνια. Η αρχική προϋπόθεση για μια τέτοια διαδικασία είναι μια ρηχή θάλασσα (όπως είναι ο Κόλπος του Μεξικού), με νερά πλούσια σε ζώα και φυτά. Η δεύτερη προϋπόθεση είναι ότι πεθαίνοντας οι οργανισμοί, βουλιάζουν στον βυθό και θάβονται σε λάσπη ποταμών (όπως του Μισισιπή). Το οξυγόνο στον βυθό πρέπει να είναι περιορισμένο, ώστε η αποσύνθεση των οργανισμών να είναι αργή.
Με την πάροδο του χρόνου, λάσπη και πηλός κάθονται πάνω σ' αυτές τις αποθέσεις, δημιουργώντας τεράστιες πιέσεις. Κάτω απ αυτές τις συνθήκες χημικές διεργασίες, πιθανόν ανεξάρτητες από βακτηριακή δράση, μετατρέπουν τους οργανισμούς σε πετρέλαιο και αέριο.

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Η τύρφη:
Η μερική αποσύνθεση των διαφόρων υδροβίων φυτών που υπήρχαν σε βάλτους και σε έλη, μας δίνει την τύρφη.
Η τύρφη που δημιουργήθηκε από υπολείμματα φύλλων, από καλάμια και βούρλα έχει μια ινώδη υφή, καστανόξανθο χρώμα και όξινη χημική αντίδραση (ρΗ 5,5 - 6).
Ένας άλλος τύπος τύρφης με κοκκώδη υφή και με χρώμα σκούρο καφέ προήλθε από την αποσύνθεση δασικών φυτών. Το ρΗ της τύρφης αυτής κυμαίνεται από όξινο μέχρι και αλκαλικό.
Στην Ελλάδα υπάρχει τύρφη στα Τενάγη των Φιλίππων (Καβάλα).

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Τα περισσότερα έλη και κοιτάσματα τύρφης του Ελληνικού χώρου ανήκουν στην κατηγορία των κατω-τυρφώνων. Οι κλιματικές συνθήκες δεν επέτρεψαν τη γένεση ανω-τυρφώνων. Σε ορεινές περιοχές της Βόρειας Ελλάδας έχουν εντοπιστεί ενδιάμεσα έλη και τυρφώνες (περιοχές Ελατιάς, Λαϊλιά, Βόρα) περιορισμένης έκτασης και πάχους.

Σε πολλούς τυρφώνες διακόπηκε η τυρφογένεση με την αποξήρανσή τους πριν από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και στις πρώτες δεκαετίες που ακολούθησαν, όπως στους Φιλίππους, την Κορώνη, την Αγουλινίτσα, στις εκβολές των ποταμών Αξιού, Αλιάκμονα και Αχελώου. Σε άλλους πάλι η τυρφογένεση συνεχίζεται μέχρι σήμερα, όπως π.χ. στις όχθες των λιμνών Χειμαδίτιδας, Μικρής Πρέσπας, Παμβώτιδας, στα έλη Νησιού, Καλοδικίου, Κεριού.

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Τα γεωλογικά αποθέματα τύρφης υπολογίστηκαν σε 4.300 Μm3, που αντιστοιχούν σε ένα δισεκατομμύριο τόνους τύρφης χωρίς υγρασία.
Στις αρχές της δεκατίας του '70 σχεδιάστηκε η εκμετάλλευση του ανώτερου τμήματος του κοιτάσματος μέχρι βάθους 13 m. Προβλεπόταν η εξόρυξη περίπου 360 Μm3, που αντιστοιχoύν σε 75 Μt ξηρής τύρφης, ποσότητα ικανή να τροφοδοτήσει σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής συνολικής ισχύος 375 ΜW για 25 χρόνια. Το έργο εγκαταλήφθηκε εξαιτίας αντιδράσεων των κατοίκων της περιοχής. Αν βέβαια προχωρήσει η εξόρυξη του γειτονικού λιγνιτικού κοιτάσματος της Δράμας, τότε θα επανεξεταστεί το θέμα της εκμετάλλευσης του τυρφώνα Φιλίππων.
Προσθήκη  εικόναςτα περισοτερα
Αλυκή ονομάζεται ο τόπος παραγωγής του αλατιού όταν αυτή γίνεται από εξάτμιση θαλάσσιου νερού με την επίδραση της θέρμανσης από τον ήλιο και τον αέρα. Συνήθως είναι επίπεδο τμήμα κοντά στην παραλία, κατάλληλα διαμορφωμένο, όπου παρασκευάζεται αλάτι, αφού εξατμιστεί το θαλασσινό νερό. Για την ύπαρξη της αλυκής είναι απαραίτητο το έδαφος να μην είναι υδατοπερατό, συνήθως λοιπόν οι αλυκές έχουν αργιλικό υπόστρωμα που συγκρατεί το νερό. Οι αλυκές αποτελούνται από αβαθείς δεξαμενές που διαιρούνται σε επιμέρους διαμερίσματα και μέσα σε αυτές κυκλοφορεί θαλασσινό νερό το οποίο, μετά την εξάτμισή του, αφήνει το αλάτι που περιείχε. Το αλάτι που λαμβάνεται από τις αλυκές πριν έρθει στην κατανάλωση υφίσταται κατάλληλη κατεργασία για να καθαριστεί. Το αλάτι που παράγεται διατίθεται για χρήση στη μαγειρική, στη χημική βιομηχανία σαν πρώτη ύλη και στη βιομηχανία αλιπάστων. Οι αλυκές είναι συνήθως ιδανικά μέρη για τη συγκέντρωση αποδημητικών πτηνών και έτσι σε αρκετές περιπτώσεις χαρακτηρίζονται ως προστατευόμενες περιοχές.

Τρίτη 5 Απριλίου 2011


Επί οθωμανικής αυτοκρατορίας οι αλυκές ανήκαν στις κατά τόπους κοινότητες και πόλεις ή σε ιδιώτες. Το τρίτο έτος της Επανάστασης του 1821, το 1823, το αλάτι έγινε μονοπωλιακό είδος από τα επαναστατημένα εδάφη.To 1900 όλες οι αλυκές πέρασαν στο κρατικό μονοπώλιο.

Ο αιώνας της μεγάλης άνθησης των ανθρακωρυχείων και της μεταλλουργίας ήταν από τα μέσα του 15ου μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα, κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκαν τεράστιες επενδύσεις. Ακολούθησε μια περίοδος οικονομικής κάμψης που οφειλόταν σε τρεις λόγους: Στις αυξημένες εισαγωγές αργύρου από την κεντρική Αμερική, στην εξάντληση των εύκολων κοιτασμάτων και στην αντιμετώπιση τεχνικών προβλημάτων λόγω των υπόγειων υδάτων σε βαθύτερες στοές. Επιπλέον παρουσιάστηκαν τοπικά προβλήματα λόγω έλλειψης αποθεμάτων ξυλείας, λόγω πολεμικών γεγονότων, θρησκευτικών αντιδικιών, επιδημιών κ.ά.

Αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων είναι να μεταναστεύει το ειδικευμένο εργατικό προσωπικό, κυρίως από την κεντρική Ευρώπη στην Αγγλία, τη Ρωσία, τη Σουηδία και τη νότιο Αμερική. Λόγω δε και τον απολυταρχικών καθεστώτων σε ορισμένες κεντροευρωπαϊκές χώρες, απέφευγαν οι επιχειρηματίες να διακινδυνεύουν επισφαλείς επενδύσεις, δεδομένου ότι οι ηγεμόνες ενδιαφέρονταν για εξορύξεις που ωφελούσαν τα φορολογικά έσοδα (άργυρος, χρυσός) και όχι τη βιοτεχνική παραγωγή (χαλκός, μόλυβδος, ψευδάργυρος). Η επεξεργασία σιδηρομεταλλευμάτων ήταν κατά το 17ο και 18ο αιώνα συχνά αδιάφορη, λόγω της ευρείας διάδοσης αυτού του μεταλλεύματος.

Κατά το 17ο και το 18ο αιώνα έπαιζε σημαντικό ρόλο το αλάτι, τόσο ως μέσο κονσερβοποίησης τροφίμων, όσο και για χρήση του στην υαλουργία, κεραμοποιία, σαπωνοποιία κ.ο.κ. Στη διάρκεια τριών αιώνων, από το 15ο στο 18ο, αυξήθηκε η τιμή του αλατιού στο εξαπλάσιο της αρχικής. Δίπλα στην προφανέστατη αυτή σημασία του αλατιού ως υλικού παραγωγής, ήταν και η σημασία του για τα φορολογικά έσοδα, δεδομένου ότι παραδοσιακά υπήρχε φόρος άλατος στην Ευρώπη. Υπολογίζεται ότι τα έσοδα των Βαυαρών ευγενών προέρχονταν κατά το ένα τρίτο από τη φορολογία του αλατιού.

Η παραγωγή αλατιού γινόταν, στις μεν παραθαλάσσιες χώρες της Μεσογείου με εξάτμιση σε αλυκές, στις δε μεσογειακές χώρες της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης με εξόρυξη σε αλατωρυχεία. Κατά το 16ο αιώνα αναπτύχθηκε στην Ευρώπη μια σημαντική βιβλιογραφία για την εξόρυξη του αλατιού, με αναφορές σε τεχνικές μεθόδους όμοιες ή παραλλαγμένες με εκείνες των ανθρακωρυχείων κλπ. Σημαντικότερο από αυτά τα συγγράμματα ήταν εκείνο του Johann Thoelde (Τοέλντε, 1565-1614) με τίτλο Haligraphia. Προφανώς, κύριος λόγος γι’ αυτή την άνθηση της βιβλιογραφίας ήταν η οικονομική σημασία των αλατωρυχείων.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Αλυκές


Αλυκές λειτουργούν στην  Αιτωλοακαρνανία, στη Λέσβο, στο Κίτρο Πιερίας, στο Αγγελοχώρι Θεσσαλονίκης, στη Μέση Κομοτηνής και στη Νέα Κεσσάνη Ξάνθης.